Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Σπύρος Ασδραχάς 1933-2017



Έφυγε σε ηλικία 84 ετών ένας από τους μεγαλύτερους ιστορικούς της χώρας μας που με το έργο του σημάδεψε τη μεταπολιτευτική ιστοριογραφία. Ιδεολογικά τοποθετημένος στους κόλπους της ανανεωτικής αριστεράς, μαζί με το Φίλιππο Ηλιού και τον Βασίλη Παναγιωτόπουλο θεωρούνται αναμορφωτές της ελληνικής ιστοριογραφίας στη μεταπολίτευση. 
Γεννήθηκε το 1933 στο Αργοστόλι και μεγάλωσε στη Λευκάδα, όπου τέλειωσε το Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Σπούδασε  στο ιστορικό τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε τις σπουδές του στην κοινωνική και οικονομική ιστορία στο Παρίσι, όπου δίδαξε νεοελληνική Ιστορία στην Ecole Pratique des Hautes Etudes, IVe Section και στο Πανεπιστήμιο Paris-I.

Διεύθυνε το πρόγραμμα ερευνών της Εθνικής Τράπεζας, διετέλεσε συνδιευθυντής του περιοδικού «Τα Ιστορικά» από το 1983 έως το 2005, αντιπρόεδρος της Διοικούσας Επιτροπής του Ιονίου Πανεπιστημίου από το 1985 έως το 1990 και πρόεδρος των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) από το 2004.





ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΠΥΡΟ Ι. ΑΣΔΡΑΧΑ

«Στην ψυχή που πλημμυρίζει αγάπη και ευγνωμοσύνη και τέτοια είναι η ψυχή του αληθινού μαθητή, με το θάνατο ανασταίνεται ολοζώντανη η μορφή του πνευματικού οδηγού της ζωής του, του δασκάλου του. Όλος χαρά τότε εκείνος βιάζεται πότε να την παρουσιάση στο φως του ήλιου για να χαρή λες κ’ εκείνη να χαρούν κ’ οι άλλοι άνθρωποι στην καινούργια ζωή, που θα ζήσουν μαζύ της» 

(Γ. Αποστολάκης, Τα Δημοτικά Τραγούδια, Μέρος Α΄ Οι Συλλογές, Κοντομάρης, σσ. 276-277).

Είχε καλή γνώμη κι ανέφερε τον Γ. Αποστολάκη στα σεμινάρια που έκανε στο ΕΙΕ, ο Σ. Ασδραχάς. Κι έμελλε να είναι η δική του άποψη, σεβασμού κι απόδοσης τιμής στην οδηγητική μορφή του, τώρα που ο πόνος απ’ την απώλειά του απαρηγόρητος μας πλημμυρίζει. Είναι απ’ τους ανθρώπους που γνωρίζει κανείς απ’ το έργο τους, διαβάζοντας τα βιβλία τους, μελετώντας το μόχθο τους και παραπέμποντας στα συγγράμματά τους. Φαντάζουν μακρινοί κι απρόσιτοι κι όταν απρόοπτα τους συναντάς, σε κερδίζουν με την απλότητα και την ευγένειά τους...
Δίδαξε στη Σορβόνη και την Εκολ Πρατίκ στο Παρίσι. Δεν αξιώθηκε μια πανεπιστημιακή θέση στην Ελλάδα, όπου επόπτευσε 250 μεταπτυχιακές διπλωματικές και 50 διδακτορικές διατριβές. Στα γεμάτα αμφιθέατρα του ΕΙΕ λεπτόν, ευκίνητο, στοχαστικό, τον είχα πρωτοσυναντήσει, πολυπεριτριγυρισμένον από μαθητές, φίλους και ομοτέχνους. Πολύ καταδεχτικά και άκρως κατατοπιστικά είχε απαντήσει σε ερώτημα της περίστασης εκείνης.
Μετά το τέλος των διδακτορικών υποχρεώσεων, για κάποιαν ανάγκη ζήτησα (δεν ερχόταν πια...) το τηλέφωνό του από ένα οικείο του πρόσωπο στο ΕΙΕ. Ήταν η εποχή που σιγά – σιγά άρχιζε η τελευταία φάση, η προϊούσα αραίωση των εξόδων απ’ το σπίτι, που έφερε τελικά αυτοεγκλεισμό, οι επιδεινούμενες δυσχέρειες στην όραση και τα άλλα βάσανα. Απάντησε και πρόθυμα ικανοποίησε και το αιτηθέν. Με περισσότερο θάρρος επανήλθα λίγο μετά, για κάτι άλλο.Μεσολάβησε ο θάνατος του Γ. Γάτου (2010), παλιού του φίλου, απ’ τα προδικτατορικά χρόνια, που του είχε προλογίσει και τα ‘‘41 γράμματα του Γληνού στο Δελμούζο’’. Δεν αρνήθηκε την παράκληση και, δεν έγραψε μόνον ένα κείμενο για το λόγιο αμφισσέα δημοσιογράφο, αλλά κι επιμελήθηκε ένα μικρό αφιέρωμα γι’ αυτόν στην ‘‘Αυγή’’.
Τα τηλεφωνήματα έκτοτε πύκνωσαν κι έγιναν καθημερινά. Αποζητούσε μιαν επαφή, λίγη κουβέντα. Κι απ’ το εξωτερικό ακόμη και τις θερινές περιπλανήσεις, τα λέγαμε. Λίγα έπαιρνε, πλουσιοπάροχα προσέφερε. Μερίμνησε και λάβαμε στη ΔΒΑ έναν μεγάλον αριθμό βιβλίων του ΕΙΕ και το πρόσφατα, τότε, εκδεδομένο Αρχείο του Αλήπασα. Ζήτησε κι άρχισε μια όσο τακτική μπορούσε κατά τις καθόδους στην Αθήνα, προσφορά αμφισσιώτικου κρασιού. Το εύρισκε θαυμάσιο και το τιμούσε μετ’ επαίνων. Το κρασί που με μεσολάβηση έφθανε στη Ν. Σμύρνη, έφερε και πρόσκληση του κομιστή στο σπίτι. Εκεί βροχή τα ερωτήματα, ποικίλες συζητήσεις, ιστορικά, πολιτικά, μέχρι και γενεαλογικά θέματα, της κρητικής ρίζας του, για τον κεφαλονίτη από τη μητέρα του παππού – βουλευτή και τη ζωή των νεανικών χρόνων στη Λευκάδα, αλλά και την εγγραφή του στους εκλογικούς καταλόγους της Περατιάς Αιτωλοακαρνανίας. Αναπολούσε και παλιό ταξίδι του στο Γαλαξείδι, όπου έφιππος πήγε στο Μοναστήρι της Μεταμόρφωσης, της εύρεσης απ’ τον Σάθα του περίφημου ‘‘Χρονικού’’. Διαυγής μνήμη, οξύνοια, γλαφυρά αφήγηση κι ευχάριστη και πειστική απόκριση πάντα. 
Οι συζητήσεις με καλές κατατοπίσεις κι επίλυση πάσης φύσεως αποριών, έφεραν και βιβλία και περιοδικών δωρεές. Λυπόταν που δεν είχε διαθέσιμα αντίτυπα κάποιων έργων του στο σπίτι. Άλλοτε παρέπεμπε σε βιβλιοπωλεία για λήψη τους. Το σπίτι του πολύ λιτό με τα βιβλία παντού, αλλά με τη αίσθηση ότι τα χειρίζεται άνθρωπος που ξέρει καλά πού βρίσκεται το καθένα. Παλιά έπιπλα, ακόμη πιο λιτό το γραφείο. Δεν τον είχε αγγίξει καθόλου το πνεύμα της εποχής της άνεσης κι επίδειξης. Άκουγε ραδιόφωνο, ένα συγκεκριμένο σταθμό κι ήταν πάντα καλά ενημερωμένος. Ελάχιστες φορές έκανε λόγο για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε. Και δεν ήταν λίγες, ή μικρές. Δεν παραπονιόταν για προφανή πράγματα. Μόνο μια φορά για τη στέρηση της ανάγνωσης, απ’ την απώλεια της όρασης. Το πρώτο πράγμα στις καθόδους στην Αθήνα, ήταν ένα τηλεφώνημα μια δεδομένη ώρα, για το αν ήταν σε θέση να δεχτεί επίσκεψη. Τις πιο πολλές φορές, ατυχούσαμε...
Δεν είχε αντίτυπο της διδακτορικής του διατριβής κι η Ειρήνη Σολομωνίδη μερίμνησε, ήλθε απ’ το Παρίσι, βγήκε αντίγραφο κι έμεινε η επιθυμία του να μεταφραστεί στη νεοελληνική!.. Και σε θέματα που είχαμε ξανασυζητήσει, δεν επαναλαμβανόταν. Είχε τα τσιγάρα του, του άρεσαν σχετικοί στίχοι του Τ. Παυλοστάθη και θέλησε να γίνει κάτι με τα δυο βιβλία του φίλου του, πρόωρα χαμένου, Δ. Μορτόγια. Βρέθηκαν, ψηφιοποιήθηκαν και αναρτήθηκαν στη ΔΒΑ. Στις συναντήσεις ήθελε να πίνομε το ...εθνικό, όπως έλεγε, ποτό. Μικρή βοήθεια στο σερβίρισμα ζητούσε κι όλα μετά έμπαιναν στη θέση τους. Ήταν φορές που συζητώντας, ένιωθα σαν τον αιχμάλωτο των Αράβων, μαθητή του Λέοντα του Φιλόσοφου, ή Μαθηματικού, που πιεζόμενος να αναφερθεί στο δάσκαλό του, «απάντησε ότι ο δάσκαλός του δεν έχει πεθάνει και ότι ζη φτωχός και αφανής, λάμποντας μονάχα με την επιστήμη του». Πάντα οι συναντήσεις τελείωναν με συγκίνηση και φόβο, μήπως ήταν η αποχαιρετιστήρια. Κάποιες φορές, το κρασί είχε αφεθεί σε τρίτον, να το πάει και μερικές, δεν έφτασε...
Οι συζητήσεις δεν παρέλειπαν και την Οικονομική Ιστορία και το μέλλον της. Το 1ο του βιβλίο ήταν εισαγωγή-σχόλια στα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη. Βρέθηκε η έκδοση και τα καλά λόγια που είχε αποσπάσει, όταν κυκλοφορήθηκε. Άλλες συζητήσεις για την Πάτμο. Μας αποκάλυψε την ιδιαίτερη αγάπη του για την ‘‘Μικρή ιστορία του Χρήστου Μιλιόνη, 1753’’ στη «Βίωση και καταγραφή του οικονομικού» και τις άλλες σεμιναριακές παραδόσεις του που δεν έχουν απομαγνητοφωνηθεί. Μας έστρεψε το ενδιαφέρον στο ζήτημα της δημιουργίας καινούργιας συλλογικότητας, που πρέπει να αναχθεί σε μια καινούργια ταξικότητα. 
Κουβεντιάσαμε με φίλους το πώς θα μπορούσαν να βελτιωθούν κάπως οι συνθήκες που ζούσε. Δεν έγινε κάτι. Η ζωή δεν έφερε και την ποθούμενην επιστροφή στην Αθήνα, που θα επέτρεπε και κάτι περισσότερο να αναλαμβανόταν. Είναι πολλά τα όσα μας άφησε, όχι απλά να τον θυμόμαστε, αλλά να πορευόμαστε, να εμπλουτίζομε τη σκέψη και να χαράζομε κατευθύνσεις. Στην τελευταίαν επίσκεψη, μια απογευματινήν ώρα αρχές φθινοπώρου, η εικόνα ήταν πολύ ανησυχητική. Απευθυνθήκαμε, πάλι βοήθεια δεν ήλθε. Πονούσε. Τα τηλεφωνήματα ήταν πολύ σύντομα πια. Δεν ήθελε γιατρούς. Σταθερός, ακέραιος, με αταλάντευτο προσανατολισμό στην πυξίδα του βίου, λιτός, ασυμβίβαστος, μοναχικός και πέρα για πέρα συνεπής στις αρχές που πίστευε. Εκτός των άλλων, από μια παλιά του συνέντευξη, έτσι για να παίρνουμε και τώρα απ’ αυτόν κουράγιο και να προχωρούμε στις ξηρασίες των καιρών, τον ακούμε: «Σκεφθείτε, ζούμε και μετά τον θάνατό μας». Μας μένει και το να παρουσιάζομε τη μορφή του, όπως υποστηρίζει ο Γ. Αποστολάκης στο απόσπασμα που προτάξαμε...